Η «μαγική» λέξη που κάνει τους Δανούς ευτυχισμένους. Πότε την χρησιμοποιούν και τι σημαίνει

962
ΟΙ κάτοικοι της Δανίας έχουν τη φήμη ενός από τους πιο ευτυχισμένους λαούς σε όλο τον κόσμο. Το γνωστό hygge, δηλαδή το χουχούλιασμα, είναι από τις αγαπημένες τους συνήθειες και έχει δωθεί το όνομά του σε δημοφιλή τάση διακόσμισης.

Όμως, το hygge δεν είναι μόνο τάση διακόσμησης, αλλά ολόκληρη κοσμοθεωρία.
Πρόκειται για όλες εκείνες τις στιγμές που περνάνε στα σπίτια τους, δίπλα από το τζάκι, σκεπασμένοι με μια κουβέρτα και απολαμβάνοντας ένα ζεστό ρόφημα.
Αν και όλα αυτά ακούγονται ιδανικά, δεν σημαίνει ότι δεν έχουν κι αυτοί άσχημες ημέρες. Το θέμα είναι, τι κάνουν για να διατηρήσουν τον τίτλο του ευτυχισμένου λαού;

Ο τρόπος που το καταφέρνουν είναι χρησιμοποιώντας τη λέξη «pyt» (πιούντ).
Όπως για το hygge, έτσι και για το pyt, δεν υπάρχει ακριβής μετάφραση. Όμως, αυτή η λέξη έχει βαθύτερη έννοια από το «δεν πειράζει», που δεν μπορεί να περιγράψει τη θετική αύρα της λέξης.

Οι Δανοί χρησιμοποιούν το pyt για να εκφράσουν την αποδοχή μιας άσχημης κατάστασης, που είναι εκτός του ελέγχου τους. Παρόλο που ενοχλούνται, δεν χαλάνε την ενέργεια και το χρόνο τους με σκέψεις. Το αποδέχονται και συνεχίζουν τη ζωή τους.
Χρησιμοποιούν το pyt επίσης για να συμπαρασταθούν σε κάποιον που αντιμετωπίζει παρόμοια κατάσταση, σαν συμβουλή.

Οι Δανοί αγαπούν τόσο τη λέξη pyt, που τον Σεπτέμβριο του 2018 επιλέχθηκε ως η αγαπημένη λέξη του έθνους, σε διαγωνισμό την «εβδομάδα βιβλιοθήκης». Από τη λίστα, έλειπε η άλλη χαρακτηριστική λέξη των Δανών, το hygge.

Ο πρόεδρος της Danish Library Association, Steen Bording Andersen, βλέπει σε αυτή τη νίκη την αντανάκλαση της ζωής χωρίς άγχος που αγαπούν οι Δανοί. Θέλουν να είναι ήρεμοι και χαλαροί και αυτό τους καθιστά τον πιο ευτυχισμένο λαό του κόσμου.

Διαβάστε επίσης: Ποια είναι η ελληνική λέξη που δεν μεταφράζεται σε καμία άλλη γλώσσα και έγινε μεγάλο ρεπορτάζ από το BBC

 

Διαβάστε επίσης: Ποια είναι η ελληνική λέξη που έγραψε στο γάντι της και έκανε τατουάζ η πανέμορφη Ολυμπιονίκης του σκι, Λίντσεϊ Βον (φώτο)