Πού βρίσκεται ο ερειπωμένος οικισμός που έγινε περιζήτητος τουριστικός προορισμός; Δεν έχει ηλεκτρικό ρεύμα αλλά φωτοβολταϊκά

2002
Με επίκεντρο την απλότητα και το σεβασμό στο περιβάλλον οι ιδιοκτήτες ενός συγκροτήματος ενοικιαζόμενων κατοικιών στην Νοτιοανατολική Κρήτη αναστήλωσαν έναν ερειπωμένο οικισμό μετατρέποντας τον σε έναν από τους κορυφαίους τουριστικούς προορισμούς.
Οι ιδιοκτήτες του συγκροτήματος αναστήλωσαν τον εγκαταλελειμμένο οικισμό του Άσπρου Ποταμού στην Ιεράπετρα που αποτελούνταν από σπίτια χτισμένα με πέτρες και χώμα διατηρώντας αναλλοίωτο τον αρχικό του χαρακτήρα. Πετρόχτιστα κρεβάτια, βράχοι που ξεπροβάλλουν από παντού μέσα στα σπιτάκια, οροφές με δοκάρια, καλάμια και χώμα για μόνωση, συνθέτουν το σκηνικό που μοιάζει πραγματικά βγαλμένο από άλλη εποχή. Τα σπιτάκια είναι ουσιαστικά χτισμένα το ένα πάνω στο άλλο, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι σε πολλές περιπτώσεις η οροφή του ενός είναι και… βεράντα του άλλου. Ένα λιθόστρωτο μονοπάτι γεμάτο κληματαριές, ελιές και λουλούδια ενώνει μεταξύ τους τα 10 σπιτάκια δίνοντας την αίσθηση στους επισκέπτες ότι μένουν σε ένα παραδοσιακό χωριό της νοτιοανατολικής Κρήτης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι πέρα από το χώρο υποδοχής, ηλεκτρικό δεν υπάρχει σε κανένα από τα σπιτάκια. Ο κύριος φωτισμός των σπιτιών, γίνεται με λάμπες παραφίνης και κεριά, ενώ δεν υπάρχουν πρίζες. Οι χοντροί, πετρόχτιστοι τοίχοι λύνουν το θέμα της θέρμανσης και της δροσιάς το χειμώνα και το καλοκαίρι αντίστοιχα, αφού και στις δυο εποχές λόγω του πάχους τους η θερμοκρασία διατηρείται σε ιδανικά επίπεδα.
Όσον αφορά το ενεργειακό η γενικότερη λειτουργία του ξενώνα στηρίζεται αποκλειστικά σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας. Το φωτοβολταϊκό σύστημα που είναι εγκαταστημένο εκεί, μάλιστα, έχει κερδίσει το πρώτο ευρωπαϊκό βραβείο για την Ελλάδα και χάρη σε αυτό το σύστημα λειτουργούν τα φώτα του κήπου, τα φώτα για διάβασμα πάνω από τα διπλά κρεβάτια, το φως στα μπάνια, και τα ψυγεία στις κουζίνες των σπιτιών. Στο χώρο υποδοχής μπορούν οι επισκέπτες μας να φορτίζουν οποιαδήποτε ηλεκτρική συσκευή, ενώ εκεί υπάρχει βιβλιοθήκη και ίντερνετ. Ο οικισμός βρίσκεται φωλιασμένος σε ένα καταπράσινο φαράγγι και απέχει μόλις ένα χιλιόμετρο από τον Μακρύ Γιαλό.
Η Ιστορία 
Οι χωρικοί καλλιεργούσαν σιτάρι και κριθάρι το οποία χρησιμοποιούσαν για να κάνουν το ντάκο (κρητικό παξιμάδι), είχαν πρόβατα, κατσίκες και μερικές αγελάδες και δέντρα χαρουπιού με τα οποία τάιζαν τα ζώα. Τα παλιά χρόνια υπήρχαν λίγες μόνο ελιές, καθόλου τουρισμός και το έδαφος το οποίο καλλιεργούσαν ήταν σε πολύ χαμηλότερο επίπεδο από αυτό του χωριού. Στα τέλη του καλοκαιριού κατέβαιναν στην κοιλάδα για τη συγκομιδή, και κατά τη διάρκεια των χειμωνιάτικων μηνών οδηγούσαν το ζώα τους χαμηλά για να περάσουν τους πιο κρύους μήνες σε θερμότερο κλίμα. Έτσι οι χωρικοί έχτισαν μικρά μετόχια προκειμένου να περνούν τις νύχτες με σχετική άνεση, δεδομένου ότι έμεναν μεγάλα διαστήματα στην κοιλάδα. Τα σπίτια αυτά χτίστηκαν από τη φυσική τοπική πέτρα και αποτελούνταν συνήθως από μόνο δύο δωμάτια – ένα για την οικογένεια και ένα για τα ζώα.