Πως η φτώχεια επιταχύνει τη γήρανση και επηρεάζει τη μνήμη. Τι αποκαλύπτει νέα έρευνα

995
Οι επαναλαμβανόμενες περίοδοι φτώχειας επιταχύνουν αισθητά τη διαδικασία της γήρανσης, προκαλώντας νωρίτερα κινδύνους.

Παράγοντες που επηρεάζουν τον τρόπο αλλά και το χρόνο γήρανσης είναι ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον. Σημαντικό όμως παράγοντας είναι και η οικονομική κατάσταση.

Ερευνητές από το Κέντρο Υγιούς Γήρανσης και το Τμήμα Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Κοπεγχάγης βρήκαν ότι τέσσερα ή περισσότερα χρόνια με εισόδημα χαμηλότερο από το όριο της φτώχειας κατά την ενήλικη ζωή, μπορεί να προκαλέσουν σημαντικές αλλαγές στο πότε το σώμα ξεκινά να δείχνει σημάδια γήρανσης.

Οι ερευνητές εξέτασαν 5.500 μεσήλικους, χρησιμοποιώντας διάφορους δείκτες γήρανσης: τη σωματική ικανότητα, τη γνωστική λειτουργία και το επίπεδο της φλεγμονής. Στη συνέχεια τα αποτελέσματα συγκρίθηκαν με το εισόδημα των συμμετεχόντων σε διάστημα 22 ετών πριν τη μελέτη που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο European Journal of Ageing.

Από την έρευνα διαπίστωσαν ότι σχετίζονται σημαντικά οι οικονομικές δυσκολίες με την πρόωρη γήρανση.

«Η πρόωρη γήρανση σημαίνει αυτόματα περισσότερες θεραπείες σε νεότερη ηλικία, πράγμα που συνιστά βάρος τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για την κοινωνία. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι η κακή οικονομική κατάσταση αποτελεί ισχυρό παράγοντα πρόβλεψης της πρόωρης γήρανσης και πρέπει να χρησιμοποιήσουμε αυτή τη γνώση για να αποτρέψουμε τέτοιου είδους προβλήματα . Πολλοί άνθρωποι δεν βιώνουν αισθητά μειωμένη σωματική ικανότητα μέχρι να φτάσουν σε μεγάλη ηλικία, με αποτέλεσμα να μη γνωρίζουν ότι το σώμα τους έχει ξεκινήσει να γερνά πρόωρα. Αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχει μέριμνα για προληπτικά μέτρα, τουλάχιστον πριν να είναι αρκετά αργά», δηλώνει η Rikke Lund, συγγραφέας της μελέτης.

Πως η φτώχεια επηρεάζει τη μνήμη

Οι συμμετέχοντες υποβλήθηκαν σε σωματικά και σε γνωστικά τεστ, κατά τα οποία οι ερευνητές μέτρησαν τη δύναμη λαβής των συμμετεχόντων, πόσες φορές μπορούσαν να σηκωθούν και να κάτσουν σε μια καρέκλα μέσα σε 30″ και πόσο ψηλά μπορούσαν να πηδήξουν. Τα γνωστικά τεστ αποτελούνταν από δοκιμασίες αποστήθισης ακολουθιών.

«Υπήρξε μια σημαντική διαφορά στα αποτελέσματα των τεστ. Οι άνθρωποι που βρίσκονταν κάτω από το σχετικό όριο της φτώχειας για τέσσερα χρόνια ή και περισσότερο κατά την ενήλικη ζωή τους απέδιδαν αρκετά χειρότερα από εκείνους που δεν είχαν βρεθεί ποτέ κάτω από αυτό το όριο», αναφέρει η Δρ. Lund. Συγκεκριμένα, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η οικονομικά υποδεέστερη ομάδα ατόμων μπορούσε να σηκωθεί και να κάτσει στην καρέκλα δύο φορές λιγότερες μέσα σε 30” και ότι η δύναμη λαβής τους ήταν μειωμένη κατά 1,3 κιλά.

Οι μέτρησαν το επίπεδο της φλεγμονής των συμμετεχόντων, το οποίο αν καταγραφεί σε υψηλά επίπεδα αποτελεί σημάδι ότι το σώμα βρίσκεται σε κατάσταση συναγερμού, ενώ χρησιμοποιείται επίσης ως δείκτης για τις ασθένειες και τη γήρανση. Όπως αποδείχθηκε, οι φτωχότεροι άνθρωποι είχαν πράγματι υψηλότερα επίπεδα φλεγμονής.