Πώς παρασκευάζεται το ουίσκι; Το βίντεο που δείχνει πως δημιουργείται το «νερό της φωτιάς»

6243
Ένα από τα αγαπημένα ποτά παγκοσμίως είναι το ουίσκι. Παρόλο που πολλοί το προτιμούν, λίγοι γνωρίζουν πώς φτιάχνεται.

Κριθάρι, νερό και μαγιά είναι τα βασικά προϊόντα που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή του. Φημολογείται ότι το πρώτο ουίσκι παράχθηκε για πρώτη φορά στην Ιρλανδία στα τέλη του 11ου αιώνα, αλλά η πρώτη γραπτή αναφορά υπάρχει σε σκοτσέζικα αρχεία του 1494.
Παρόλο που έχουν περάσει αρκετά χρόνια και η τεχνολογία έχει αλλάξει, ο τρόπος παραγωγής του δεν έχει αλλάξει δραματικά.

Αυτό που κάνει το κάθε ουίσκι να ξεχωρίζει από το άλλο είναι το δημητριακό που χρησιμοποιείται. Κριθάρι, σίκαλη, σίτο και καλαμπόκι είναι συνήθως, τα δημητριακά που προτιμώνται ανάλογα με την ποικιλία.
Υπάρχουν τρία είδη ουίσκι. Το malt που παράγεται αποκλειστικά από βύνη κριθαριού, μαγιά και νερό από ένα και μόνο αποστακτήριο. Αν χρησιμοποιηθούν πολλά διαφορετικά σιτηρά ονομάζεται grain whisky, ενώ από την ανάμειξη αυτών των δύο προκύπτει το blended whisky.

Δείτε το βίντεο με τη διαδικασία παραγωγής του ουίσκι στη Σκωτία μέσα από ένα τετράλεπτο βίντεο:

Για την παραγωγή του malt ουίσκι γίνεται επεξεργασία των σιτηρών για να προκύψει η βύνη και στη συνέχεια αναμειγνύεται με μαγιά και νερό.
Για να δημιουργηθεί η βύνη, που είναι και το βασικό συστατικό που χρησιμοποιείται για την παραγωγή, τα σιτηρά μουλιάζουν σε ζεστό νερό για δυο με τρεις ημέρες. Με αυτό τον τρόπο απελευθερώνεται άμυλο, το οποίο αποτελεί τα σάκχαρα που χρειάζονται για να δημιουργηθεί το αλκοόλ. Παράλληλα, παράγονται χρήσιμα ένζυμα που θα βοηθήσουν στην παραγωγή.
Στη συνέχεια η βύνη απλώνεται μεταλλικά θερμαινόμενα πατώματα σαν κλίβανο ουσιαστικά για να στεγνώσει. Το στάδιο αυτό είναι αρκετά σημαντικό γιατί καθορίζει τη γεύση του ουίσκι.
Η βύνη βρέχεται με καυτό νερό, το οποίο προσλαμβάνει τα σάκχαρα και τα ένζυμά της.

Το υγρό που προκύπτει, όταν κρυώσει, μεταφέρεται σε ξύλινες ή ανοξείδωτες δεξαμενές, όπου ανακατεύεται με μαγιά. Το μείγμα αφήνεται να δράσει για 50 ώρες. Με αυτό τον τρόπο παράγεται αλκοόλ που μοιάζει πολύ με μπύρα με ξινή γεύση και 5% έως 9% αλκοόλ.

Στην συνέχεια ακολουθεί διπλή και κάποιες φορές και τριπλή απόσταξη, κατά την οποία το υγρό απομονώνεται από το μείγμα σε χάλκινα δοχεία.
Ακόμη και το μέγεθος και σχήμα των δοχείων, επηρεάζει τη γεύση. Τα πιο ψηλά αποστακτήρια με μακρύτερους λαιμούς δίνουν ελαφρύτερο ουίσκι, ενώ τα μικρότερα και παχύτερα δοχεία παράγουν μια πιο πλούσια γεύση.

Το μείγμα βράζεται με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ατμοί. Οι ατμοί αυτοί συμπυκνώνονται με αποτέλεσμα να προκύπτει μια «καθαρότερη μορφή του υγρού». Οι φλούδες αφαιρούνται και συνήθως χρησιμοποιούνται για την παραγωγή ζωοτροφών.
Το υγρό που έχει δημιουργηθεί περνά και σε δεύτερη απόσταξη, που είναι η πιο σημαντική, καθώς απ’ αυτή προκύπτει το τελικό ποτό.
Το υγρό από την δεύτερη απόσταξη είναι αρκετά δυνατό και διάφανο και μοιάζει με τσίπουρο. Αφού αναμειχθεί με νερό για να πέσει η περιεκτικότητά του σε αλκοόλ στο 63,5% μεταφέρεται σε ξύλινα βαρέλια για τουλάχιστον τρία χρόνια για να ωριμάσει. Σε κάθε έτος ωρίμανσης, περίπου το 2% του οινοπνεύματος χάνεται μέσω της φυσικής εξάτμισης.

Όσο πιο υγρό και ψυχρό είναι το κλίμα τόσο πιο ιδιαίτερη γεύση θα αποκτήσει το ουίσκι. Και αυτός είναι και ο λόγος που το ουίσκι από την Σκωτία είναι από τα καλύτερα.
Η επαφή του ζεστού υγρού με το ξύλο δίνει το ιδιαίτερό του χρώμα και γεύση. Όσο περισσότερο έχει χρησιμοποιηθεί το βαρέλι τόσο μικρότερη επίδραση έχει.

Μετά τα τρία χρόνια το ουίσκι μπορεί να εμφιαλωθεί ή να χρησιμοποιηθεί για κάποιο blended ουίσκι. Σε κάποιες περιπτώσεις, το ουίσκι μεταφέρεται για ένα διάστημα σε ο σβαρέλια που πριν είχαν άλλα ποτά για να πάρουν τα αρώματά τους. Συνήθως μετά την ωρίμανση το αλκοόλ που περιέχει το ουίσκι είναι περισσότερο από 50%. Κάποιες εταιρίες το αναμιγνύουν με νερό για να πέσει περίπου στο 40%.

Διαβάστε επίσης: Τσίπουρο και ρακή. Ποια η διαφορά τους και ποια τα οφέλη για την υγεία; Με μέτρο, κάνουν καλό στην καρδιά και πολεμάνε τα μικρόβια

 

 

Διαβάστε επίσης: Η Ελλάδα έχει πλέον υψηλά ποσοστά αλκοολισμού. Το 40% του πληθυσμού πίνει τακτικά. Και οι γυναίκες στο «κάδρο»